Τη διαφοροποίηση των επιτοκίων, σύμφωνα με τους δικαστές, δικαιολογεί ο
σοβαρότατος κλονισμός της δημοσιονομικής ισορροπίας του κράτους.
Με απόφαση-σοκ του Συμβουλίου της Επικρατείας αναβιώνει και μάλιστα αναδρομικά από το 2004 το προνομιακό επιτόκιο που επί δεκαετίες εκμεταλλευόταν το κράτος για να καθυστερεί χωρίς ιδιαίτερες επιπτώσεις τις οφειλές του απέναντι σε πολίτες και επιχειρήσεις.
Λόγω των τεραστίων ελλειμμάτων της δραματικής οικονομικής κατάστασης και "ελέω Μνημονίου", των περικοπών και της ανάγκης αποτροπής της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας, το προνομιακό επιτόκιο του Δημοσίου ύψους 6% επανέρχεται στο προσκήνιο με δικαστική απόφαση-έκπληξη που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση προς τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) και της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που μετά από σειρά αποφάσεων από το 2004, προ 3ετίας το είχαν καταργήσει κρίνοντάς το αντίθετο στο Σύνταγμα και στο 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου).
Τώρα, το Στ' Τμήμα ΣτΕ διαφοροποιείται πλήρως προς τις αποφάσεις αυτές, κρίνει το προνομιακό επιτόκιο του Δημοσίου απολύτως σύμφωνο με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, καθώς στηρίζει πλέον την επιχειρηματολογία του στην κάκιστη οικονομική κατάσταση της χώρας, στην ανάγκη διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας ώστε να αποφευχθεί η οικονομική κατάρρευση.
Εθνικό διακύβευμα
Με τον τρόπο αυτό, το Στ' Τμήμα ξεπερνά τις θέσεις της Ολομέλειας ΣτΕ και του Ευρωδικαστηρίου που είχαν κρίνει ότι δεν μπορεί να εξομοιωθεί με δημόσιο συμφέρον το απλό ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, αφού στη θέση του μπαίνει πλέον το υπέρτερο συμφέρον "να διασφαλιστεί η δημοσιονομική ισορροπία του κράτους", με την επισήμανση μάλιστα ότι η μείωση του δημοσίου χρέους δεν αποτελεί απλά έναν δημοσιονομικό στόχο αλλά εθνικό διακύβευμα. Το τμήμα υπό τον αντιπρόεδρο Δ. Πετρούλια ξαναστέλνει την υπόθεση στην Ολομέλεια για να ανατρέψει την προηγούμενη νομολογία της και να ταυτισθεί με τη σταθερή νομολογία του ΑΠ υπέρ του προνομιακού επιτοκίου.
Στην απόφαση (1620/11) σημειώνεται ότι το Δημόσιο πρέπει να εξοφλεί με επιτόκιο 6%, μολονότι το επιτόκιο στην αγορά (για τις οφειλές μεταξύ ιδιωτών ή με το δικαιοπρακτικό επιτόκιο) κυμάνθηκε μετά το 2004 από 8,75-12,25%, ενώ την αμέσως προηγούμενη 15ετία κυμαινόταν σε ύψη-ρεκόρ, φθάνοντας μέχρι και το 34 έως 44%.
Για να ανατρέψει την πρόσφατη νομολογία του, το ΣτΕ σημειώνει μεταξύ άλλων ότι:
- Το Δημόσιο μπορεί, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης, να καθυστερεί ενίοτε την πληρωμή οφειλών, αλλά πάντως αποδίδει μεταπολεμικά τα χρέη του (η τελευταία παύση πληρωμών έγινε το 1932) και είναι πιο φερέγγυος και αξιόπιστος οφειλέτης σε σύγκριση με τους ιδιώτες οφειλέτες, αφού είναι γνωστή η μοναδική για τα ευρωπαϊκά δεδομένα εκτεταμένη φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή, καθώς και η μη καταβολή βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών ιδιωτών προς το Δημόσιο άνω των 30 δισ. ευρώ.
- Ο κίνδυνος που διαχρονικά αντιμετωπίζει το Δημόσιο ως δανειστής είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν οι ιδιώτες δανειστές του και συνεπώς είναι δικαιολογημένη η διαφοροποίηση των επιτοκίων, χωρίς να παραβιάζονται η αρχή της ισότητας και τα περιουσιακά δικαιώματα που προστατεύει η ΕΣΔΑ.
- Η διαφοροποίηση δικαιολογείται γιατί έχει κλονιστεί σοβαρότατα η δημοσιονομική ισορροπία του κράτους, με τεράστια ελλείμματα, πρωτοφανή στην ιστορία των δημοσίων οικονομικών της χώρας.
Στη δικαστική απόφαση αναφέρεται ότι η διαφοροποίηση των επιτοκίων που ισχύει στην αγορά για οφειλές μεταξύ ιδιωτών και του επιτοκίου με το οποίο μπορεί να ξεπληρώνει το Δημόσιο τις οφειλές του προς πολίτες και επιχειρήσεις (και η διατήρηση του προνομιακού επιτοκίου για το Δημόσιο) είναι πλήρως δικαιολογημένη τουλάχιστον από το 2004, αφότου επισήμως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο διαπίστωσε το υπερβολικό έλλειμμα που συνιστούσε απειλή για τη δημοσιονομική ισορροπία της χώρας.
Αλ. Αυνωνίτης